Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bay ice


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bay παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: ice
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bay n(cove)κόλπος ουσ αρσ
 (κολπίσκος)όρμος ουσ αρσ
 The ship sailed into the bay at sunset.
 Το πλοίο έπλευσε στον κόλπο κατά τη δύση του ηλίου.
bay n(alcove) (σε κτήριο)εσοχή ουσ ουδ
 (επίσημο)φάτνωμα ουσ ουδ
 The delivery truck should arrive at the bay around 3:00.
 Το φορτηγό παράδοσης πρέπει να φτάσει στην εσοχή περίπου στις 3:00.
bay n(herb used in cooking)δάφνη ουσ θηλ
 Lucinda's secret ingredient in her chicken recipe is bay.
 Το μυστικό συστατικό στη συνταγή με το κοτόπουλο της Λουσίντα είναι η δάφνη.
bay n(reddish-brown horse)κοκκινωπό άλογο, κεραμιδί άλογο επίθ + ουσ ουδ
 (παλαιό)ντορής ουσ αρσ
 Fiona placed a bet on the bay at the big race.
 Η Φιόνα έβαλε στοίχημα στο κοκκινωπό άλογο στον μεγάλο αγώνα.
bay vi(howl)ουρλιάζω ρ αμ
 (λόγιος)αλυχτώ ρ αμ
 On moonlit nights, you can hear wolves baying at the moon.
 Τις φεγγαρόλουστες νύχτες μπορείς να ακούσεις λύκους να ουρλιάζουν στο φεγγάρι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bay adj(horse: reddish brown)κεραμιδής, κοκκινωπός επίθ
 (παλαιό)ντορής ουσ αρσ
 A bay mare and her foal trotted through the meadow.
bay n(place for connections)μη διαθέσιμη μετάφραση
bay n(shrub: laurel) (φυτό)δάφνη ουσ θηλ
 Sam spent the morning pruning the bay in front of the house.
bay n(compartment on ship, etc.)διαμέρισμα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)αμπάρι ουσ ουδ
 The ship's cargo is stored in the bay below deck.
bay n(howl)ουρλιαχτό ουσ ουδ
 (λόγιος)αλύχτισμα ουσ ουδ
 The coyote's bay echoed for miles.
bay n(window)παράθυρο σε προεξοχή περίφρ
 (ζαργκόν: τεχνικός όρος)έρκερ, erker ουσ ουδ άκλ
 (ζαργκόν: παραδοσιακό)σαχνίσι ουσ ουδ
 Heather likes to curl up with a good book in the bay on a rainy day.
bay n(lowland)λεκανοπέδιο ουσ ουδ
bay nUS (prairie land)λιβάδι που φτάνει στην αρχή του δάσους
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bay n(aircraft compartment)διαμέρισμα ουσ ουδ
 One member of the plane's crew is always monitoring the bomb bay.
bay nUK (area of rail platform)αποβάθρα όπου σταματάνε οι ράγες
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The train departed from the bay on its reverse journey.
bay vi(howl)αλυχτώ ρ αμ
 At night, we could hear wolves baying in the distance.
bay for [sth] vi + prepfigurative (demand noisily)απαιτώ ρ μ
 The angry crowd were baying for the suspect's incarceration.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at bay adv(at a distance)σε κάποια απόσταση έκφρ
 I wasn't ready to talk to my boss, so Jan kept him at bay for as long as she could.
Bay Area n(area around San Francisco, USA) (περιοχή γύρω από το Σαν Φραντσίσκο στις ΗΠΑ)Bay Area ουσ θηλ κύρ
 Though not the largest city in the Bay Area, San Francisco is its cultural and financial center.
bay leaf,
plural: bay leaves
n
(aromatic leaf used in cooking)φύλλο δάφνης φρ ως ουσ ουδ
  δαφνόφυλλο ουσ ουδ
 Whenever I make a casserole, I add a bay leaf from my garden.
 Όποτε φτιάχνω φαγητό στη γάστρα, προσθέτω ένα φύλλο δάφνης από τον κήπο μου.
bay leaves npl(dried leaves used as seasoning)φύλλα δάφνης, δαφνόφυλλα ουσ ουδ πλ
 Bay leaves make a wonderful addition to stews.
Bay of Pigs n(bay in Cuba)Κόλπος των Χοίρων φρ ως ουσ αρσ κύρ
bay rum n(cologne for men)είδος ανδρικής κολώνιας με ρούμι και δάφνη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bay window n(window: projects outwards)παράθυρο σε προεξοχή
Σχόλιο: Δεν υπάρχει συγκεκριμένος όρος και αποδίδεται περιφραστικά.
 You can see the garden through the bay window.
bring [sth/sb] to bay v expr(hunted animal, person: corner, trap)παγιδεύω ρ μ
  πιάνω ρ μ
keep [sth/sb] at bay v exprfigurative (prevent getting closer)κρατάω κτ/κπ μακριά, κρατάω κτ/κπ μακριά μου ρ μ + επίρ
 (κατά συνέπεια)αποφεύγω ρ μ
 Vaccination is the most effective way to keep the flu at bay.
loading bay n(dock where cargo is loaded)αποβάθρα φόρτωσης, εξέδρα φόρτωσης φρ ως ουσ θηλ
 The truck reversed from the road to the loading bay.
sick bay (US),
sickbay,
sick-bay (UK)
n
(infirmary)νοσηλευτήριο, θεραπευτήριο ουσ ουδ
 The soldier reported immediately to sick bay.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bay ice στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bay ice».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!